Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

14 Σεπτεμβρίου 258, Πεθαίνει ο Θάσκιος Καικίλιος Κυπριανός, επίσκοπος Καρχηδόνας Κυπριανός.

Γεννήθηκε ανάμεσα στα έτη 200-210 στην Καρχηδόνα  της βόρειας Αφρικής. Καταγόταν από αριστοκρατική και εύπορη οικογένεια, η οποία του εξασφάλισε λαμπρή μόρφωση. Η μόρφωση που έλαβε σχετιζόταν κυρίως με τη ρητορική και τη φιλοσοφία, ενώ άσκησε και το επάγγελμα του δικανικού ρήτορα, στη γενέτειρά του.

Στα νεανικά του χρόνια έζησε έντονη ζωή, υπήρξε ειδωλολάτρης και ασχολήθηκε με τη μαγεία, που στην περιοχή της Καρχηδόνας την εποχή του ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη. Μάλιστα είχε καταστεί και γνωστός μάγος στην περιοχή, ενώ μετέβη και στην Αντιόχεια, που ήταν το πολιτιστικό κέντρο της εποχής, συνεχίζοντας και διευρύνοντας την τέχνη της μαγείας.

Η διαδικασία μεταστροφής του Κυπριανού ξεκίνησε από την εποχή που βρέθηκε στη Αντιόχεια. Ο ίδιος ήταν φορέας υψηλής παιδείας και στο πέρασμα των ετών αντιλήφθηκε πως η ειδωλολατρεία και η μαγεία κατέρρεαν υπό το καθεστώς της δυναμικής εμφάνισης του χριστιανισμού. Σε αυτή την εσωτερική αναζήτηση γνώρισε τον άνθρωπο ο οποίος θα τον επηρέαζε βαθύτατα και αυτός ήταν ο πρεσβύτερος Καικίλιος (Ιερώνυμος, De Viris Illustribus, 68) ή Καικιλιανός (Πόντιος, Vita Cypriani, 4), στον οποίο όφειλε και τη μεταστροφή του στο Χριστιανισμό. Ο ίδιος βαπτίσθηκε το Μεγάλο Σάββατο του 246.

Ύστερα από πιέσεις των συμπατριωτών του, νεοφώτιστος ακόμα Χριστιανός, αποδέχθηκε να εισαχθεί στον κλήρο και σε σύντομο χρονικό διάστημα έλαβε με σειρά όλα τα αξιώματα του κατωτέρου κλήρου (αναγνώστης, υποδιάκονος, διάκονος), στην Καρχηδόνα. Με την εισαγωγή του στον κλήρο άμεσα διενήργησε σημαντικό έργο, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα εξαιρετικά του κηρύγματα για την προσέλκυση ειδωλολατρών, έργο που άρχισε άμεσα να αποδίδει καρπούς. Έτσι μόλις ένα έτος μετά από νέες πιέσεις, χειροτονείται πρεσβύτερος. Η φήμη του εξαπλώνεται πέρα από την Καρχηδόνα και οι λαμπροί λόγοι του από άμβωνος θα γίνουν σημείο αναφοράς. Δύο έτη αργότερα ο επίσκοπος Καρχηδόνος Δονάτος απεβίωσε και με καθολική στήριξη του ποιμνίου εξελέγη επίσκοπος Καρχηδόνας. Αυτό συνέβη προς τα τέλη του έτους 248 ή τις αρχές του 249.

Από τα τέλη του έτους 249 μέχρι το 251 η Εκκλησία γνώρισε τον σκληρό διωγμό του Δέκιου. Ο Κυπριανός, εξαιτίας του μίσους που έτρεφαν προς το πρόσωπό του οι Εθνικοί, προτίμησε να αποσυρθεί σε ένα καταφύγιο κοντά στην Καρχηδόνα και από εκεί να ποιμαίνει το λαό του. Η πατρική αγάπη και η ποιμαντική μέριμνα προς το λαό του, πνευματική και υλική, η σταθερότητα και καθαρότητα των θέσεών του, η εμμονή στην παράδοση και η ορθοπραξία του προσέδωσαν μεγάλο κύρος στον ιερό Πατέρα και έτσι καταξιώθηκε στη συνείδηση των Χριστιανών της καθολικής Εκκλησίας. Το 251 επέστρεψε στα καθήκοντά του αφού ο διωγμός έπαψε, αλλά το έτος 252 διετάχθη και νέος διωγμός στην περιοχή της Καρχηδόνος, την ώρα επιδημία πανώλης  έπληξε την πόλη. Ο ίδιος αυτήν την εποχή συγκέντρωσε του χριστιανούς και διενήργησε μεγάλο έρανο για ενίσχυση των ανθρώπων της πόλεως ανεξαιρέτως πίστης, ενώ ο ίδιος από κοντά ενίσχυε, παρηγορούσε και συμπαραστεκόταν στους αρρώστους και τις οικογένειές τους.

Η λήξη του διωγμού σήμανε και την έναρξη των προβλημάτων, είτε αυτά αφορούσαν την ανασυγκρότηση της Εκκλησίας είτε σοβαρά ποιμαντικά ζητήματα. Ένα τέτοιο οξύ πρόβλημα, που έπρεπε άμεσα να αντιμετωπιστεί, ήταν εκείνο που αφορούσε την επιστροφή των πεπτωκότων (Λατ. lapsi) στους κόλπους της μητέρας Εκκλησίας. Στην κατηγορία αυτή ανήκαν όσοι Χριστιανοί προτίμησαν να θυσιάσουν στα είδωλα, για να αποφύγουν τις συνέπειες του διωγμού. Αυτοί χαρακτηρίσθηκαν ως θυσιάσαντες (sacrificati - thurificati). Υπήρχε όμως και η κατηγορία εκείνων, οι οποίοι δεν τέλεσαν θυσιαστική πράξη. Αυτοί, προκειμένου να επιβεβαιώσουν το γεγονός αυτό, προσκόμισαν έγγραφα από τους ομολογητές, τα οποία, εκτός του ότι βεβαίωναν τη μη τέλεση της θυσίας, επείχαν και τη θέση αφέσεως (libelli). Όσοι είχαν εξασφαλίσει τα έγγραφα αυτά χαρακτηρίσθηκαν ως λιβελλοφόροι (libellatici).

Οι απόψεις των εκκλησιαστικών ανδρών για την επάνοδο των πεπτωκότων στην Εκκλησία ήταν διχασμένες. Οι αυστηρότερες ομάδες απέκλειαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ενώ οι ίδιοι οι πεπτωκότες αποζητούσαν λύσεις με συνοπτικές διαδικασίες. Πίστευαν πως για την επάνοδό τους αρκούσε η προσκόμιση αφέσεων (libelli) από τους ομολογητές. Ο Κυπριανός ήταν υπέρ της άποψης να εκδηλώσουν οι θυσιάσαντες την ειλικρινή, μακρά και έμπρακτη μετάνοιά τους στο σώμα της Εκκλησίας. Επίσης, διαφωνούσε με την αντιεκκλησιαστική πρακτική της παροχής των αφέσεων από τους Ομολογητές. Το αδιέξοδο ήταν προφανές και ο άγιος συγκάλεσε το έτος 251 Σύνοδο στην Καρχηδόνα, προς εξεύρεση λύσης. Η Σύνοδος αποδέχθηκε τις απόψεις του Κυπριανού και έτσι δόθηκε λύση στο πρόβλημα.

Υπήρξαν όμως και εκείνοι που δεν αποδέχθηκαν τις αποφάσεις της Συνόδου και λειτούργησαν σχισματικά. Έτσι, δημιουργήθηκε μία ομάδα αντιφρονούντων από πέντε πρεσβυτέρους και το διάκονο Φηλικίσσιμο, που επονομάστηκε Σχίσμα του Φηλικίσσιμου η οποία εξέλεξε επίσκοπο τον Φορτουνάτο. Μία άλλη ομάδα, μοντανιστικών τάσεων, εξέλεξε ως επίσκοπο τον Μάξιμο. Ο Κυπριανός, όμως, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και στις αποφάσεις της Συνόδου, γεγονός που τον καταξίωσε στη συνείδηση της Εκκλησίας.

Το έτος 254 ανέκυψε το πρόβλημα του αναβαπτισμού των αιρετικών. Ο Κυπριανός, ακολουθώντας το έθος της βορειοαφρικανικής Εκκλησίας, αλλά και εκείνων της Μικράς Ασίας, ξαναβάφτιζε τους αιρετικούς που επέστρεφαν στους κόλπους της καθολικής Εκκλησίας και δεν είχαν τελέσει πρωτύτερα κανονικό βάπτισμα σε αυτήν. Το ίδιο έπραττε και στην περίπτωση εκείνων, που είχαν τελέσει βάπτισμα μέσα στις σχισματικές Εκκλησίες. Αντίθετη ήταν η άποψη του επισκόπου Ρώμης Στέφανου, ο οποίος θεωρούσε έγκυρο το βάπτισμα των αιρετικών και των σχισματικών. Υποστήριζε, μάλιστα, πως αρκούσε για την επάνοδό τους η επίθεση των χειρών.

Για το θέμα αυτό συνήλθαν τρεις σύνοδοι στην Καρχηδόνα. Η πρώτη το έτος 255 με τη συμμετοχή 31 επισκόπων και οι άλλες δύο μέσα στο έτος 256, στις οποίες συμμετείχαν 71 επίσκοποι την πρώτη φορά και 87 επίσκοποι τη δεύτερη. Οι αποφάσεις αυτών των Συνόδων δικαίωσαν την πρακτική και τη στάση του αγίου Κυπριανού. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον Στέφανο Ρώμης και αφόρισε τον άγιο, χωρίς όμως να προλάβει να λάβει κανονική ισχύ η καταδικαστική απόφαση.

Από το έτος 256 άρχισαν και πάλι οι διώξεις κατά των Χριστιανών από τον αυτοκράτορα Βαλεριανό. Ο Κυπριανός συνελήφθη και εξορίστηκε στο χωριό Κούρουβη. Ένα έτος αργότερα επανέκαμψε στην έδρα του, όμως ανθύπατος της περιοχής Γαλέριος, εξέδωσε διάταγμα να επανασυλληφθεί ύστερα από κατηγορίες σε βάρος του. Έτσι οδηγήθηκε ενώπιον του. Μη αποδεχόμενος να εκπέσει της πίστεως του μετά από βασανισμούς αποφασίσθηκε ο αποκεφαλισμός του στις 14 Σεπτεμβρίου 258.

Ο άγιος "παρέδωσε το πνεύμα του", αφού πρώτα δήλωσε με παρρησία, μπροστά στον Ανθύπατο Γαλέριο Μάξιμο, τη χριστιανική του ιδιότητα και την άρνησή του να προδώσει τους Χριστιανούς που κρύβονταν για να γλιτώσουν από το θάνατο. Εμπιστεύτηκε τα ιερά άμφια στους διακόνους του, προσευχήθηκε γονατιστός και πρόσφερε 25 χρυσά νομίσματα στο δήμιό του ως φιλοδώρημα.

Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 2 Οκτωβρίου και από τη Ρωμαιοκαθολική στις 16 Σεπτεμβρίου.

Ο άγιος Κυπριανός Καρχηδόνας είναι ο πρώτος Πατέρας και Διδάσκαλος της Δυτικής Εκκλησίας. Με τη νηφαλιότητα του χαρακτήρα του και το ειρηνικό ενωτικό του πνεύμα, απέκτησε οικουμενική αποδοχή από το σώμα της Εκκλησίας. Η εμμονή του στο ζήτημα της ενότητας και μοναδικότητας της Καθολικής Εκκλησίας, της αγιοπνευματικής και σωτηριολογικής σπουδαιότητας του μυστηρίου του βαπτίσματος, της αληθινής μετάνοιας και της αποδοχής τής παράδοσης, αποτέλεσαν ουσιαστική θεολογική συμβολή όχι μόνο κατά τον 3ο αιώνα, αλλά και στη σύγχρονη πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η θεολογική σκέψη του Κυπριανού δεν ήταν μόνο συνταυτισμένη με την εκκλησιολογία του αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, αλλά αποτελούσε και δυναμική επέκταση αυτής. Οι διακηρύξεις του για τη μοναδικότητα της Εκκλησίας και του επισκοπικού αξιώματος, το οποίο εγγυάται την ενότητα και την καθολικότητά της, εδράζονταν στα λόγια του ίδιου του Ιησού Χριστού, ο οποίος, απευθυνόμενος προς τον Απόστολο Πέτρο, μίλησε για την οικοδόμηση μίας Εκκλησίας υπό έναν ποιμένα. (Ματθ. 16:17-18) Η διδασκαλία του αγίου απώθησε το δόγμα του πέτρειου πρωτείου όσον αφορά εξουσία ή δικαιοδοσία μεταξύ των εκκλησιών. Ο Κυπριανός, με ιδιαίτερη προσοχή και σαφήνεια, δίδαξε στο πλήρωμα της Εκκλησίας την ισοτιμία των Αποστόλων.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία του αγίου, η αναφορά του Κυρίου στον Απόστολο Πέτρο καταδεικνύει τη διασφάλιση της μοναδικότητας και της αδιαίρετης ενότητας της Καθολικής Εκκλησίας. Έτσι, μολονότι υπάρχουν πολλές τοπικές εκκλησίες - επισκοπές, με ταγούς τους ισόκυρης τιμής και πνευματικής δύναμης ποιμένες - επισκόπους τους, ουσιαστικά πρόκειται για τη μία αδιαίρετη εκκλησία - επισκοπή υπό έναν ποιμένα - επίσκοπο. Ο επίσκοπος, κατά τον Κυπριανό, βρίσκεται «εν τη εκκλησία» και αυτή «εν τω επισκόπω», τη στιγμή που «όποιος δεν είναι με τον επίσκοπο δεν μπορεί να είναι στην εκκλησία».

Ο άγιος Κυπριανός υποστήριξε πως οι αιρέσεις και τα σχίσματα ήταν έργα του Αντιχρίστου, που οδηγούσαν στη διαίρεση της Εκκλησίας. Οι βασικές αυτές εκκλησιολογικές θέσεις δεν άφηναν περιθώρια για ανάπτυξη πρωτείων μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Σύμφωνα με τον άγιο, ένα ήταν το μόνο γνήσιο και αποδεκτό πρωτείο της Εκκλησίας και αυτό ήταν η αλήθεια της. Συνεπής σε αυτή τη διδασκαλία του, ο Κυπριανός δεν αναγνώριζε πρωτείο δικαιοδοσίας (primatum jurisdictionis) επί των άλλων τοπικών Εκκλησιών στο Ρωμαίο επίσκοπο. Ούτε συγκατένευσε στην αποδοχή του τίτλου επίσκοπος των επισκόπων: "neque enim quisquam nostrum episcopum se episcoporum constituit", που ήθελε να επιβάλει για λογαριασμό του ο επίσκοπος Ρώμης Στέφανος.

Ο ιερός Πατέρας υποστήριξε τη λειτουργία του συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας, το οποίο, μάλιστα, υιοθέτησε εμπράκτως στην ποιμαντική του διακονία. Διακήρυξε, επίσης, ότι η εκλογή των επισκόπων και η χειροτονία των πρεσβυτέρων και διακόνων πρέπει να γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη, αλλά και με τη συμμετοχή όλου του σώματος της τοπικής Εκκλησίας, κλήρου και λαού. Υπολόγιζε, μάλιστα, ιδιαιτέρως, τον παράγοντα του λαϊκού στοιχείου στα εκκλησιαστικά δρώμενα. Έτσι, είτε επρόκειτο για κάποια νέα χειροτονία είτε για εκδίκαση κάποιου παραπτώματος ενός ιερέα, ο Κυπριανός λάμβανε σοβαρά υπόψη του τη γνώμη του λαού. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι στις συνοδικές συνεδριάσεις συμμετείχε και το λαϊκό πλήρωμα της Εκκλησίας.

Ο άγιος υποστήριξε ότι ο άνθρωπος ενσωματώνεται στο αδιαίρετο σώμα της Εκκλησίας με το άγιο βάπτισμα. Οφείλει όμως να αγωνιστεί για την παραμονή του σε αυτό, γιατί έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει δυνατότητα σωτηρίας του. Συνεπής προς αυτές τις βασικές εκκλησιολογικές και σωτηριολογικές του θέσεις, δεν αναγνώριζε το κύρος του βαπτίσματος των αιρετικών, αλλά ούτε και εκείνο που τελούνταν μέσα στους κόλπους των σχισματικών ομάδων. Στη σκέψη του πρυτάνευε η κανονική τέλεση του Μυστηρίου από ιερέα της μίας και μοναδικής, γνήσιας και Αληθινής Εκκλησίας του Χριστού. Πίστευε, πως εκείνοι που δε βρίσκονταν σε κοινωνία με την καθολική Εκκλησία δεν κατείχαν την αλήθεια της και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να τους αναγνωριστεί εγκυρότητα Μυστηρίων. Ο βαπτισμένος πρέπει να χρίεται, για να είναι ο κεχρισμένος του Θεού και να έχει τη χάρη του Χριστού.

Ο Κυπριανός δίδαξε πως η θεία ευχαριστία είναι το αληθινό σώμα και αίμα του Ιησού Χριστού. Το Μυστήριο είναι τέλειο, όταν ο άρτος και ο οίνος αναμιγνύονται και ενώνονται, εικονίζοντας το σύνδεσμο των πιστών με τον Κύριο. Η τέλεση του Μυστηρίου πρέπει να γίνεται το πρωί, επειδή δια της θυσίας εορτάζεται και η ανάσταση του Κυρίου, που έγινε πρωί. Ο Χριστιανός οφείλει να προσέρχεται με καθαρή συνείδηση στη θεία ευχαριστία, εξομολογούμενος τις αμαρτίες του, για να μη προσφέρει βία στο σώμα και το αίμα του Χριστού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου